22/01/2008

Πώς να ξεπακετάρει κανείς...

...όταν μόλις έχει γυρίσει από εδώ;








17/01/2008

Ο μονόλογος της μισοξεπακεταρισμένης βαλίτσας

Είμαι η βαλίτσα σου. Μισοξεπακεταρισμένη, μισάνοιχτη, ξαπλωμένη φαρδιά-πλατιά στη μέση του δωματίου σου. Πάνε τώρα δέκα μέρες που γύρισες από διακοπές και δεν με έχεις κουνήσει εκατοστό. Κάποιες φορές με ανοίγεις, ανακατεύεις τα σωθικά μου, παίρνεις κάτι και γρήγορα-γρήγορα με ξανακλείνεις, σα να φοβάσαι μην δραπετεύσουν τα υπάρχοντά σου και οι αναμνήσεις που αυτά κουβαλάνε.

Σε κάποιες φάσεις με πιάνει το υπαρξιακό μου. Βρε λες να είμαι αόρατη; σκέφτομαι. Λες να μην υπάρχω καν; Δεν μπορεί, δέκα μέρες μετά την επιστροφή στη βάση (και χωρίς νέα εξόρμηση στα σκαριά) κάθε φυσιολογικός άνθρωπος θα έπρεπε να με είχε ξεπακετάρει και να με είχε τακτοποιήσει στη δική μου βάση (βλέπε κάτω από το κρεβάτι). Οι υπαρξιακές μου ανησυχίες είναι συνήθως σύντομες, αφού είναι θέμα χρόνου το πότε θα σκοντάψεις και θα βλασφημίσεις (λες κι ότι φταίω εγώ που με έχεις παρατήσει μπροστά στη ντουλάπα σου).

Αφού λοιπόν το πήρα απόφαση πως θα μείνω ξαπλωμένη εδώ για λίγο ακόμα, άρχισα να σε παρατηρώ. Τον περισσότερο καιρό κάνεις σαν να μην υπάρχω. Όταν κάποια στιγμή χρειαστείς κάτι από μένα, με προσεγγίζεις χωρίς καν να με κοιτάς. Έπειτα με ανοίγεις γρήγορα και βίαια και -σχεδόν χωρίς να πάρεις ανάσα- παίρνεις αυτό που χρειάζεσαι. Ύστερα με ξανακλείνεις απότομα και απομακρύνεσαι σχεδόν τρεκλίζοντας.

Δεν καταλαβαίνω αν με φοβάσαι ή αν σου προκαλώ απέχθεια. Είμαι μόνο μια βαλίτσα. Έχουμε ταξιδέψει μαζί παντού. Σε έχω συνοδέψει σε μετακομίσεις, χωριμούς, διακοπές, επανασυνδέσεις, επαγγελματικά ταξίδια, σαββατοκύριακα με φίλες...Όσο και να με παραγέμιζες ποτέ δεν παραπονέθηκα και πάντα έβρισκα χώρο για αυτά που δεν προέβλεπες ότι θα φέρεις μαζί σου. Καινούρια ρούχα, δώρα και αναμνήσεις.

Κι εσύ με κάνεις να νιώθω άχρηστη κάθε φορά που γυρίζουμε. Δε μου δίνεις ούτε τη χαρά ενός αξιοπρεπούς ξεπακεταρίσματος. Και δεν καταλαβαίνεις ότι όσο και αν με ξελαφρώνεις σιγά σιγά από τα ρούχα και τα παπούτσια, ποτέ δε θα φύγω από τη μέση αν δε με ξελαφρώσεις και από τις αναμνήσεις που κουβαλάω. Πρέπει να με ανοίξεις χωρίς να κρατάς την αναπνοή σου. Πάρε βαθιά ανάσα και ξαναζήσε τα ταξίδια σου. Όσο και να αυτό σημαίνει ότι πρέπει να παραδεχτείς ότι τελείωσαν και ότι έχεις γυρίσει στην καθημερινότητα, στη ρουτίνα, στη μοναξιά, σε αυτό που -είτε σ'αρέσει είτε όχι- είναι η πραγματική ζωή σου.

Άνοιξέ με και κοίτα καλά μέσα μου. Άγγιξέ με και θυμήσου. Θυμίσου τους δικούς σου, τις παλιές σου αγάπες, το πατρικό σου σπίτι, τα μέρη που ίσως να μην ξαναδείς ποτέ. Όσο και να κάνεις πως δεν υπάρχουν, το κουτί των αναμνήσεων βρίσκεται κάπου στη μέση του μυαλού σου. Μισοξεπακεταρισμένο και μισάνοιχτο, σαν και την αφεντιά μου. Και είναι αναπόφευκτο ότι θα συνεχίσεις να σκοντάφτεις πάνω του, εκτός αν αποδεχτείς την ύπαρξή του και το τακτοποιήσεις.

Και αν δεν ξέρεις πώς να το κάνεις, αν σου φαίνεται βουνό, ξεκίνα από μένα. Άδειασέ με, θυμίσου τι έχουμε περάσει και βάλε με στη θέση που ανήκω. Κάνε τις αναμνήσεις σου μέρος της ζωής σου, αποδέξου τες και θα δεις ότι αν μπουν στη θέση τους θα πάψουν να σε στοιχειώνουν κάθε μέρα.

Και ίσως έτσι να πάψεις να νιώθεις πια τόσο μόνη.

15/01/2008

δείτε το!

Από τα πολύ αγαπημένα μου τραγούδια! Και αν αυτό δε σας πείθει για να το δείτε, να σας πω ότι η πρωταγωνίστρια πλάτη...μου ανήκει! :Ρ

http://www.youtube.com/watch?v=O6R4LD-NJtM

03/12/2007

Ο μονόλογος της λερωμένης μοκέτας

Είμαι η μοκέτα του σαλονιού σου. Ποτέ δε σου άρεσα, το ξέρω. Ήταν μάλλον γιατί δε με διάλεξες, σου έλαχα. Ήρθα πακέτο με το διαμέρισμα που νοίκιασες και δεν μπορούσες να με ξεφορτωθείς χωρίς την άδεια του ιδιοκτήτη (εκτός αν ήθελες να αναλάβεις τα έξοδα αντικατάστασης. Που δεν ήθελες). Είμαι κολλημένη στο πάτωμα και δεν έχω λόγο στο ποιος θα με πατήσει. Και με έχουν πατήσει πολλοί. Ανήκω βλέπεις σε ένα διαμέρισμα που πολλοί το έχουν κάνει προσωρινή κατοικία τους, αλλά κανένας σπίτι. Ποιος αντέχει να ζήσει για πολύ σε 20 τετραγωνικά χωρίς θέρμανση; Κανέναν δεν κατηγορώ που δεν έμεινε. Ούτε κανένας τους μου λείπει.

Ενώ λοιπόν δε σου άρεσα, βρεθήκαμε να συγκατοικούμε. Τα πηγαίναμε καλά, με καθάριζες εβδομαδιαία με την ηλεκτρική σκούπα και τέλος πάντων διατηρούσαμε μια αξιοπρεπή σχέση. Μέχρι που ένα βράδυ με λέρωσες. Δεν ήταν ένα βράδυ σαν όλα τα άλλα. Ήταν το βράδυ που γύρισες σπίτι με τον Μιχάλη. Τον Μιχάλη δεν τον είχα ξαναδεί, τον είχα ακουστά όμως, από κάτι ψυθιριστά τηλεφωνήματα. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί του μιλούσες ψιθιριστά. Μόνη σου ήσουν στο σπίτι κάθε φορά που του μιλούσες. Εκτός από μία φορά που ήταν ο Δήμος εκεί. Τότε το έκλεισες το τηλέφωνο και είπες στο Δήμο ότι στο έκλεισαν εσένα. Δεν ξέρω αν το πρόσεξε ο Δήμος, αλλά κοκκίνησες όταν το έλεγες αυτό. Εγώ φυσικά το πρόσεξα.

Α ναι, ο Δήμος. Παρόν στη ζωή σου τους τελευταίους μήνες. Σαν κι εμένα ένα πράγμα. Κι αυτός σου 'λαχε, κατά μία έννοια. Είχες κουραστεί να είσαι μόνη σου, σ'αυτή τη μεγάλη πόλη. Ήθελες μια συντροφιά, αλλά ποτέ δεν ήσουν ιδιαίτερα δημοφιλής. Ο Δήμος έδειξε ενδιαφέρον, γιατί όχι; Ήταν μια αξιοπρέπής επιλογή. Μέχρι να προχωρήσεις πιο πέρα, τουλάχιστον. Παράπονο δεν είχες, καλά περνούσατε. Όλα τα χατήρια σου έκανε, σ'ερωτεύτηκε, βλέπεις. Κι εσύ τον πατούσες, όπως πατάς εμένα. Όχι επειδή είσαι κακός άνθρωπος, αλλά επειδή δεν είσαι συνηθισμένη να κοιτάς κάτω.

Τέλος πάντων, επιστρέφω στη νύχτα που με λέρωσες. Λοιπόν...Ο Μιχάλης είναι ήδη στο σπίτι σου, θέλει λέει να του δανείσεις το βιβλίο που του ΄λεγες. Άρχισε να ξεφυλλίζει το βιβλίο. Να βάλω μουσική Μιχάλη μου, ρωτάς τάχα αδιάφορα. Βεβαίως λέει αυτός και στρογγυλοκάθεται στο πάτωμα. (Από έπιπλα μόνο το κρεβάτι, ένα τραπέζι και μία καρέκλα στα 20 τετραγωνικά, τι να έκανε ο έρμος). Πετάγεσαι εσύ στο μπάνιο, ψεκάζεσαι με λίγο άρωμα και κοιτιέσαι καλά καλά στον καθρέφτη. (Σε είδα, ξεχνάς ότι η πόρτα του μπάνιου σου ποτέ δεν έκλεινε καλά; Και ναι, και ό Μιχάλης σε είδε. Του χάρισες ένα χαμόγελο ικανοποίησης).

Δε θα προχωρήσω σε λεπτομέρειες για το τι ακολούθησε. Λίγο-πολύ όλοι έχουμε δει κάτι ανάλογο σε ταινίες. Άραγε θα ξέραμε τι να κάνουμε χωρίς αυτές; Το ένα έφερε το άλλο λοιπόν και τσουπ: Δίνεις μία με το πόδι σου στο ποτήρι με το κρασί (είχε αυτοσερβιριστεί ο Μιχάλης όσο ήσουν στο μπάνιο. Εσύ, κυρία! Του είπες ότι δεν πίνεις). Έτσι λούστηκα εγώ με κρασί κόκκινο φτηνιάρικο. Ώσπου να στεγνώσω είχε φύγει ο Μιχάλης κι εσύ ήσουν σε μια γωνιά και έκλαιγες.

Την άλλη μέρα το πρωί σου τηλεφώνησε ο Δήμος. Και καθώς του μιλούσες πρόσεξες τον λεκέ πάνω μου. Βρήκες μια δικαιολογία για να του το κλείσεις γρήγορα και έπεσες στα γόνατα προσπαθώντας να με καθαρίσεις. Και δώστου το κλάμα. Δεν καθαρίζουν με δάκρυα το κρασί, σου φώναζα, αλλά πού να με ακούσεις. Το βράδυ που γύρισες σπίτι, έφερες ένα κακάσχημο πράσινο χαλάκι (ήταν σε προσφορά) και το έστρωσες επάνω μου.

Τον Δήμο δεν τον ξαναείδες. Ήθελες και ήθελε. Αλλά αποφάσισες να τιμωρήσεις τον εαυτό σου και να μην κάνεις αυτό που σε έκανε να νιώθεις πιο γυναίκα. Πώς να δικαιολογήσεις στον εαυτό σου παραπάνω από μία μέρα ευτυχίας; Ο Μιχάλης ποτέ δεν έμαθε τι έγινε εκείνη τη νύχτα. Όταν σε ρώτησε για το καινούριο σου απόκτημα του είπες ότι ποτέ δε σου άρεσα και πως επιτέλους βρήκες τον τρόπο να μη με βλέπεις. Πρόσεξε όμως ότι από τότε ήσουν πιο γλυκειά μαζί του, σαν να τον υπολόγιζες παραπάνω, σαν τα μάτια σου ξαφνικά να κατέβηκαν στο ύψος του.

Από εκείνη τη μέρα δεν ανασήκωσες το πράσινο χαλί ούτε μία φορά. Δεν ξαναείδες τον λεκέ. Κάθε φορά όμως που βλέπεις το χαλί, ξέρεις τι σκεπάζει. Ξέρεις ότι -όπως κι εμένα- ούτε αυτό το χαλί ουσιαστικά το διάλεξες. Και όσο και να θέλεις να το ξεχάσεις εγώ θα είμαι πάντα από κάτω και θα έχω πάντα τον λεκέ: σουβενίρ της μόνης νύχτας που έκανες αυτό που ήθελες, της νύχτας που σε τρόμαξε ο ίδιος σου ο ευατός. Και αν τώρα πατάς το νέο χαλί, από κάτω και πάλι εμένα ουσιαστικά πατάς. Τουλάχιστον πιο πριν το έκανες χωρίς προσχήματα και χωρίς δικαιολογίες. Τουλάχιστον πριν μου έδινες την άδεια να είμαι το χαλί σου.

27/11/2007

Ο μονόλογος του πικραμένου ξυπνητηριού

Είμαι το ξυπνητήρι σου. Το πικραμένο ξυπνητήρι σου. Δεν ήμουν πάντα έτσι. Όταν με αγόρασες ήμουν γεμάτος όρεξη για δουλειά. Ούτε μπαταρία δε χειάστηκε να αγοράσεις- συμπεριλαμβανόταν στην τιμή. Και σημειώνω ότι 2 χρόνια μετά ακόμα δεν έχει χρειαστεί να την αλλάξεις.

Δεν ξέρω αν θυμάσαι, αλλά από την αρχή ήμουν στρατιώτης. Κι εσύ ο στρατηγός. Ό,τι ώρα και αν με πρόσταζες πάντα έκτελούσα το καθήκον μου. Ακόμα και αν το προηγούμενο βράδυ το είχαμε περάσει με ποτά και παρέες ή προσπαθώντας να τελειώσουμε μια εργασία που έπρεπε να παραδώσεις την επόμενη μέρα.

(Φυσικά και μιλάω στο πρώτο πληθυντικό. Τι νόμισες; Ότι κοιμάμαι όσο εσύ ξενυχτάς; Όχι! Είμαι καταδικασμένος να κοιμάμαι όταν εσύ κοιμάσαι και να ξυπνάω για να σε ξυπνήσω. Αυτή είναι η δουλειά μου).

Ποτέ δε με συνήθισες. Κάθε πρωί ξελαρυγγιάζομαι για να σε ξυπνήσω. Το ξέρω ότι σε εκνευρίζει ο ήχος μου. Κι εμένα το ίδιο! Αλλά, βλέπεις, δεν τον διάλεξα! Αυτός μου 'λαχε! Αν και -στην τελική- μήπως αν είχα διαφορετικό ήχο θα σε εκνεύριζα λιγότερο ή θα ξυπνούσες ευκολότερα; Δεν ξέρω...κάτι μου λέει πως όχι. Παραδέξου το. Δεν είναι ο ήχος μου που σε εκνευρίζει αλλά το ότι σημάνει την αρχή όσων δε θες να αντικρύσεις. Την αρχή της μέρας σου.

Έκανα που λες υπομονή σχεδόν ένα χρόνο. Δικαιολογούσα τη συμπεριφορά σου. Όλοι οι άνθρωποι έτσι είναι, παρηγορούσα τον εαυτό μου, δεν ξυπνούν εύκολα το πρωί. Να είσαι υπομονετικός, έλεγα, και σιγά σιγά θα σε συνηθίσει. Στο κάτω κάτω αυτή σε αγόρασε και ήξερε πολύ καλά ποια είναι η δουλειά σου. Στο κάτω κάτω σε χρειάζεται...

Το τι κακοποίηση υπέστη, δε λέγεται! Βρισιές, φωνές, ιπτάμενα μαξιλάρια (το πώς πάντα βρίσκεις το στόχο σου με κλειστά μάτια είναι ένα θαύμα). Μερικές φορές με εξορίζεις, γιατί νομίζεις ότι αν είμαι μακριά και αναγκαστείς να σηκωθείς για να με κάνεις να σωπάσω θα ξυπνήσεις στην πορεία. Θα ξεχάσω εγώ το βράδυ που πέρασα στο συρτάρι των καλτσών και άκουγα μία ανέραστη να μιξοκλαίει όλη νύχτα; Μάτι δεν έκλεισα).

Τέλος πάντων, κάποια στιγμή η υπομονή μου εξαντλήθηκε. Σταμάτησα να ενδιαφέρομαι. Γιατί θα πρέπει δηλαδή να με νοιάζει αν θα πας στη δουλειά σου καθυστερημένα; Ή αν θα ξεχάσεις να πάρεις το χάπι σου; Και χωρίς ποτέ να έχω ακούσει ένα ευχαριστώ! Θαρρείς ότι για μένα είναι εύκολο να ξυπνάω; Και να ξεκινάει η μέρα μου με βρησίδι και σφαλιάρες;

Γι'αυτό λοιπόν, εδώ και μερικούς μήνες, δε σε ξυπνώ. Ή μάλλον, σε ξυπνώ όποτε εγώ θέλω. Κάποιες μέρες χτυπάω κανονικά, στην ώρα μου, κύριος. Και κάποιες άλλες δε χτυπάω καθόλου. Ή χτυπάω αργότερα. Και πάνω που νομίζεις ότι έχω χαλάσει για τα καλά και σκέφτεσαι σοβαρά να με πετάξεις, τότε αρχίζω να λειτουργώ κανονικά για περίπου μια εβδομάδα. Και φτου και απ'την αρχή.

Και το πιστεύεις; Από τότε που άρχισα αυτό το βιολί, δε με καταριέσαι πια τόσο πολύ. Μέχρι και καινούριες μπαταρίες θα μου φέρεις σήμερα. Το είδα στη λίστα για τα ψώνια σου!Ποτέ πριν δε με κράτησες τόση ώρα στα χέρια σου, ποτέ πριν δε με ρώτησες τι έχω, ποτέ πριν δεν ανησύχησες για μένα. Μέχρι που σου χάλασα τη ρουτίνα. Μέχρι που σταμάτησα να σου δίνω αυτό που θεωρούσες δεδομένο. Αυτό που στην τελική έχεις ανάγκη.

24/11/2007

Ο μονόλογος της αζευγάρωτης κάλτσας

Είμαι μια από τις κάλτσες σου. Είναι εύκολο να καταλάβεις ποια ακριβώς. Ξεχωρίζω, βλέπεις, ποικιλλοιτρόπως: Όχι μόνο είμαι μία από τις ελάχιστες έγχρωμες παρουσίες μέσα σε αυτή τη μαυρίλα που ονομάζεις συρτάρι καλτσών, αλλά είμαι και η μόνη αζευγάρωτη. Σόλο. Μπουκάλα. Χήρα.

Φυσικά δεν ήμουν πάντα έτσι. Όπως όλες οι καθωσπρέπει κάλτσες, είχα κι εγώ το ζευγάρι μου. Μαζί μας αγόρασες μία μέρα που διάβασες σε ένα περιοδικό ότι τα ρούχα επηρρεάζουν τη διάθεσή μας και ότι αν φοράμε όλο σκούρα να μην αναρωτιόμαστε γιατί τα βλέπουμε όλα μαύρα (δεν ισχύει μόνο για τα γυαλιά ηλίου, δηλαδή). Είπες λοιπόν κι εσύ να βάλεις λίγο χρώμα στη ζωή σου σε μία προσπάθεια αυτοθεραπείας της -σχεδόν μόνιμα- κακής σου διάθεσης. Ξεκίνησες με εμάς: ένα ζευγάρι μωβ (ανοιχτό μωβ, όχι πεθαμενατζίδικο) κάλτσες.

Με τον Μίμη δεν είμασταν και από τα πιο αγαπημένα ζευγάρια. Ούτε μαλώναμε. Αλλά ήταν το ζευγάρι μου. Αγκαλιά κοιμόμασταν στο συρτάρι σου και αποχωριζόμασταν μόνο όταν μας φορούσες (που δεν ήταν πολύ συχνά). Και βέβαια στο πλυντήριο, ευρύτερα γνωστό στον καλτσόκοσμο ως το εβδομαδιαίο όργιο. Τα σόδομα και τα γόμορα γίνονται εκεί μέσα, μπλέκουν οι κάλτσες τα μπούτια τους, δεν ξέρουν ποια πηγαίνει με ποια. Στην αρχή τσινούσα. Μπορεί ο Μίμης να μην ήταν φωτομοντέλο, αλλά ήταν δικός μου. Δεν ήθελα να τον δω με καμιά άλλη. Μετά όμως συνειδητοποίησα πως δεν έιχα άλλη επιλογή από το να πάω με το ρεύμα. Στη πιο χαλαρή αυτή μου προσέγγιση συνέβαλε βέβαια και το γεγονός ότι κάποιοιες από τις άλλες κάλτσες θα μπορούσαν να ήταν φωτομοντέλα. Άσε που είναι τόσο γρήγορες οι στροφές μέσα στον κάδο που ζαλίζεσαι και ούτε πολυκαταλαβαίνεις με ποιον πηγαίνεις ή πού είναι ο Μίμης. Και στο τέλος κάθε πλύσης, περίμενα πώς και πώς τη στιγμή που θα μας ξαναέκανες ζευγάρι και θα κοιμόμασταν αγκαλιά.

Μια Κυριακή σαν όλες τις άλλες λοιπόν είδα τον Μίμη για τελευταία φορά. Δεν το ήξερα βέβαια πως ήταν η τελευταία φορά, αλλιώς θα του έλεγα κάτι πιο γλυκό από "καλά να περάσεις με την καινούρια" (είχαμε νέα άφιξη στο συρτάρι και ένιωθα λίγο παραμελημένη. Όχι μόνο από τον Μίμη, αλλά βλέπεις μόνο σε αυτόν είχα το δικαίωμα να παραπονιέμαι). Κυριακή λοιπόν είναι πάντα η μέρα του πλυντηρίου. Πάντα ξυπνάς αργά τις Κυριακές, πίνεις τον καφέ σου και μετά βλασφημάς που έχεις να βάλεις πληντύριο. Όλα έμοιαζαν να ακολουθούν αυτή τη ρουτίνα. Μετά την πλύση μας άπλωσες να στεγνώσουμε. Δεν μπορούσα να δω τον Μίμη, αλλά δεν ανησύχησα. Μου έκρυβε τη θέα ένα πουλόβερ και φαντάστηκα θα ήταν από πίσω του (ποτέ δεν έμαθες να πλένεις ή να απλώνεις σωστά, παρεμπιπόντως).

Όταν το βράδυ μας μάζεψες και άρχισες να μας κάνεις ζευγάρια, σκεφτόμουν ότι πραγματικά μου είχε λείψει ο καλός μου και τι ωραία που θα ήταν αν περνούσαμε ένα ήσχυχο κυριακάτικο βράδυ αγκαλιά. Σε έβλεπα να παίρνεις κάλτσα μετά την κάλτσα και να τις ζευγαρώνεις και έκλεισα τα μάτια περιμένοντας τη σειρά μου. Όταν τα ξαναάνοιξα, συνειδηποίησα πως ήμουν μόνη στο καλάθι. Όλες οι άλλες κάλτσες είχαν ξαναβρεί το τάιρι τους, μα ο Μίμης πουθενά. Εσύ μουρμούρισες κάτι, πήγες πίσω στο πλυντήριο, κοίταξες και κάτω από την απλώστρα...πουθενά ο Μίμης. Είχα ακούσει στο παρελθόν για κάλτες που εξαφανίζονται μυστηριωδώς κατά την πλύση, αλλά νόμιζα ότι ήταν θρύλος. Να που έλαχε σε μένα (και στον καημένο τον Μίμη) να επαληθεύσουμε το θρύλο.

Από εκείνο το βράδυ είμαι μόνη μου και σε αχρηστία. Συνεχίζω να μένω στο συρτάρι, γιατί δεν πετάς τίποτα, οπότε δε σου πήγε καρδιά να με ξεφορτωθείς. Από τότε λοιπόν περιμένω. Γιατί ο θρύλος λέει πως, έτσι όπως εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς, κάποιες από τις εξαφανισμένες κάλτσες ξαναεμφανίζονται, κάποιες φορές μήνες αργότερα. Αφού λοιπόν το α μέρος του θρύλου είναι αλήθεια, ίσως να είναι και το β.

Δεν είναι εύκολο να περιμένεις. Με τρώει η αγωνία για το πού να βρίσκεται ο Μίμης. Και για το αν με σκέφτεται καθόλου. Όλες οι άλλες κάλτσες κοιμούνται κάθε βράδυ αγκαλιά με τα ταίρια τους κι εμένα με τρώει η ζήλια. Και έχω τη ζήλια μου έχω γίνει πικρόχολη και καμιά άλλη κάλτσα δε μου μιλάει πια. Ούτε στο πλυντήριο με βάζεις πλέον, αφού δε με φοράς. Το πλυντήριο δε μου λείπει. Μου λείπει το να με φορέσεις, να θυμηθώ ποια είμαι να νιώσω χρήσιμη. Πολλές φορές εύχομαι να χαθεί στο πλύσιμο κάποια άλλη κάλτσα και ίσως τότε να μας κάνεις ζευγάρι, και ας μην ταιριάζουμε. Στο κάτω-κάτω δε θα μας δει κανείς. Αλλά με αυτή τη σκεψη μελαγχολώ, γιατί συνειδητοποιώ ότι ποτέ κανένας δε θα ξαναείναι το ζευγάρι μου.

Και, το πιστεύεις; Όσο περνάει ο καιρός τόσο πιο πολύ εκτιμώ τον Μίμη και αυτό που είχαμε. Και τόσο πιο πολύ μου λείπει. Το ίδιο που έχεις πάθει κι εσύ με τον Σταύρο. Μόνο που ο Σταύρος δε χάθηκε στην πλύση, αλλά χάθηκε κι αυτός χωρίς να δώσει εξήγηση. Και από τότε σε έχουν φάει κι εσένα τα γιατί και τα και άμα.

Η διαφορά μας είναι ότι εσυ ποτέ δε θα μάθεις με σιγουριά αν ο Σταύρος ήταν όντως το ζευγάρι σου. Αυτά τα πράγματα τα ξέρουν σίγουρα μόνο οι κάλτσες. Κι έτσι θα μπορέσεις κάποια στιγμή να συνεχίσεις τη ζωή σου, γιατί όσο περνάει ο καιρός θα σου φαίνεται ότι ο Σταύρος μάλλον δεν ήταν το ζευγάρι σου και κάποιος καινούριος που γνώρισες σου ταιριάζει πιο πολύ.

Και όταν κάποια στιγμή έρθει η ώρα σου να ξανακοιμηθείς ευτυχισμένη στην αγκαλιά κάποιου, εγώ θα κοιμάμαι ακόμα μόνη μου στο ίδιο συρτάρι. Και δε θα ξέρω τι είναι πιο δύσκολο να αντέξω: Την αναμονή για κάτι που μάλλον δε θα επιστρέψει ποτέ, ή τη γνώση ότι έχασα το μοναδικό ζευγάρι που θα μπορούσα να έχω.

21/11/2007

Ο μονόλογος της γριάς ατζέντας

Είμαι η ατζέντα σου. Η γριά ατζέντα σου. Και να θέλω να κρύψω την ηλικία μου δεν μπορώ. Ένα τεράστιο και χρυσαφί (τι κιτσ, θεέ μου) 1985 δεσπόζει στο κατά τα άλλα λιτό εξώφυλλό μου. Είμαι δηλαδή 22 ετών. Αυτό για να καταλάβεις σε ατζεντοχρόνια μεταφράζεται σε μαθουσάλας και βάλε. Οι νορμάλ άνθρωποι παίρνουν καινούρια ατζέντα κάθε χρόνο. Οι νορμάλ άνθρωποι μάλλον παίρνουν καινούρια ατζέντα κάθε χρόνο και τη χρησιμοποιούν. Εσύ με αγόρασες τέλη του 1984 (ή μήπως δεν με αγόρασες καν; μπορεί να ήμουν και δώρο) και από τότε δε με έχεις αλλάξει. Είχες την πρόθεση να το κάνεις παραπάνω από μία φορά. Σχεδόν πάντα πριν το ξεψύχισμα της χρονιάς αγόραζες μία καινούρια ατζέντα και πάντοτε υποσχόσουν στον εαυτό σου ότι αυτή τη φορά θα τη χρησιμοποίούσες, αυτή τη φορά θα αντέγραφες ονόματα, διευθύνσεις και αριθμούς από εμένα στην καινούρια και θα προγραμμάτιζες μεθοδικά την καινούρια χρονιά.

Ποτέ δεν το έκανες όμως, ή τουλάχιστον ποτέ δεν το ολοκλήρωσες. Δώδεκα χρόνια τώρα εμένα κουβαλάς στη τσάντα σου. Δε σε ενοχλούν τα μισοσχισμένα μου φύλλα. Όπως δε σε ενοχλούν οι ρυτίδες στα πρόσωπα αυτών που αγαπάς. Δε σε ενοχλεί που πολλές φορές οι καταχωρήσεις έχουν ξεθωριάσει από την πολυκαιρία και χρειάζεται να βάλεις τα γυαλιά σου και να μαντέψεις πριν σηκώσεις το ακουστικό για να τηλεφωνήσεις. Δε σε ενοχλεί που σε πολλά γράμματα (αχ αυτό το "Κ" και το "Τ") δεν υπάρχει πλέον χώρος για νέες εγγραφές και αναγκάζεσαι να τις στριμώχνεις ανάμεσα στις παλιές. Δε σε ενοχλεί που δεν έχω αρκετό χώρο για να συμπληρώνεις ηλεκτρονικές διευθύνσεις. Δε σε ενοχλεί που πολλά από τα ονόματα στις σελίδες μου, είναι πλέον ονόματα νεκρών.

Όχι, όλα αυτά δεν έχουν σημασία για σένα. Είμαι η ατζέντα σου, μεγαλώσαμε μαζί. Μαζί κάναμε νέους φίλους, μαζί χάσαμε κάποιους παλιούς. Μαζί αγωνιούσαμε πάνω από το τηλέφωνο περιμένοντας κάποιον να πάρει ή παλεύοντας την πανόρμηση να πάρουμε εμείς. Μαζί σχιστήκαμε, μαζί ξεθωριάσαμε.

Αλλά ακόμα την κάνουμε τη δουλειά μας. Είμαστε εδώ, πιστές στο καθήκον. Κάποιες φορές χρειαζόμαστε περισσότερο χρόνο ή περισσότερη προσπάθεια απ'ότι παλιά. Αλλά είμαστε εδώ, περήφανες για την ηλικία μας και για ό,τι κουβαλάμε.