It was one of these mornings today.
You know, when you wake up and feel happy and the first thing your body does is smile
That smile comes directly from the heart.
For, immediately after waking up or just seconds before falling asleep the heart takes over. Those moments the brain just stops interfering with useless "whens?" "whys?" and "what ifs?".
No.
Just for a few seconds the heart is the master and everything suddenly becomes simple and clear, and if you are quick enough to look inside it, you might catch a glimpse of the reason you are smiling.
Today I looked.
And I saw you.
...And this is how I know I love you.
11/03/2008
07/03/2008
το γράμμα (ή το φύλλο)
θα φύγω μία μέρα πριν γυρίσεις
και θα κρατώ στα χέρια ένα φύλλο
θα σου ζητήσω να με λησμονήσεις
και την απόδειξη σε γράμμα θα στη στείλω
δε θα ν' το γράμμα γεμάτο λόγια αγάπης
ούτε θα λέει"αχ πόσο μου λείπεις"
δε θα μυρίζει όπως τ'άρωμά μου
ούτε θα θέλει πλέον εξηγήσεις
ίσως να βάλω μέσα και το φύλλο
το πήρα από την αυλή σου, βλέπεις
μπορεί να θέλει το δικό σου ήλιο
μπορεί να θέλεις και πάλι να το έχεις
και θα κρατώ στα χέρια ένα φύλλο
θα σου ζητήσω να με λησμονήσεις
και την απόδειξη σε γράμμα θα στη στείλω
δε θα ν' το γράμμα γεμάτο λόγια αγάπης
ούτε θα λέει"αχ πόσο μου λείπεις"
δε θα μυρίζει όπως τ'άρωμά μου
ούτε θα θέλει πλέον εξηγήσεις
ίσως να βάλω μέσα και το φύλλο
το πήρα από την αυλή σου, βλέπεις
μπορεί να θέλει το δικό σου ήλιο
μπορεί να θέλεις και πάλι να το έχεις
03/02/2008
Αγαπημένα ποιήματα
Μετά από πρόσκληση της αγαπητής heart n soul και με λίγη καθυστέρηση παραθέτω κι εγώ κάποια από τα αγαπημένα μου ποιήματα, σε πείσμα της ασχήμιας που πολλές φορές μας περιβάλλει...
Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο
και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι
ενώ φαινόμαστε από σκέτο σύννεφο
και μας λιθοβολούν και μας φωνάζουν αεροβάτες
το πώς περνούμε τις μέρες και τις νύχτες μας
ένας θεός το ξέρει!
Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν
κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες φίλε μου,
όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι σίδερο, με τι πέτρες, τι αίμα ,τι φωτιά
χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδάμε.
Του Οδυσσέα Ελύτη, όπως και το παρακάτω (και τα δύο μου δίνουν κουράγιο κάθε φορά που νομίζω ότι "πολεμάω" μόνη μου για κάτι)
Στα χτήματα βαδίσαμε όλη μέρα
Με τις γυναίκες τους ήλιους τα σκυλιά μας
Παίξαμε τραγουδήσαμε ήπιαμε νερό
Φρέσκο καθώς ξεπήδαγε από τους αιώνες
Το απομεσήμερο για μια στιγμή καθήσαμε
Και κοιταχτήκαμε βαθιά μέσα στα μάτια.
Μια πεταλούδα πέταξε απ΄ τα στήθια μας
Ήτανε πιο λευκή
Απ΄ το μικρό λευκό κλαδί της άκρης των ονείρων μας
Ξέραμε πως δεν ήταν να σβηστεί ποτές
Πως δε θυμότανε καθόλου τι σκουλήκια έσερνε
Το βράδυ ανάψαμε φωτιά
Και τραγουδούσαμε γύρω τριγύρω:
Φωτιά ωραία φωτιά μη λυπηθείς τα κούτσουρα
Φωτιά ωραία φωτιά μη φτάσεις ως τη στάχτη
Φωτιά ωραία φωτιά καίγε μας
λέγε μας τη ζωή.
Εμείς τη λέμε τη ζωή την πιάνουμε απ΄ τα χέρια
Κοιτάζουμε τα μάτια της που μας ξανακοιτάζουν
Κι αν είναι αυτό που μας μεθάει μαγνήτης, το γνωρίζουμε
Κι αν είναι αυτό που μας πονάει κακό, τόχουμε νιώσει
Εμείς τη λέμε τη ζωή, πηγαίνουμε μπροστά
Και χαιρετούμε τα πουλιά της που μισεύουνε.
Είμαστε από καλή γενιά.
Edgar Allan Poe--A dream within a dream (Είμαι πεπεισμένη πως ο τελευταίος στίχος ισχύει)
Take this kiss upon the brow!
And, in parting from you now,
Thus much let me avow-
You are not wrong, who deem
That my days have been a dream;
Yet if hope has flown away
In a night, or in a day,
In a vision, or in none,
Is it therefore the less gone?
All that we see or seem
Is but a dream within a dream.
I stand amid the roar
Of a surf-tormented shore,
And I hold within my hand
Grains of the golden sand-
How few! yet how they creep
Through my fingers to the deep,
While I weep- while I weep!
O God! can I not grasp
Them with a tighter clasp?
O God! can I not save
One from the pitiless wave?
Is all that we see or seem
But a dream within a dream?
Γιάννης Ρίτσος (απόσπασμα από το Καπνισμένο τσουκάλι)
Καὶ νὰ ἀδελφέ μου ποὺ μάθαμε νὰ κουβεντιάζουμε ἥσυχα κι ἁπλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα, δὲν χρειάζονται περισσότερα.
Κι αὔριο λέω θὰ γίνουμε ἀκόμα πιὸ ἁπλοί.
Θὰ βροῦμε αὐτὰ τὰ λόγια ποὺ παίρνουνε τὸ ἴδιο βάρος
σ' ὅλες τὶς καρδιές, σ' ὅλα τὰ χείλη.
Ἔτσι νὰ λέμε πιὰ τὰ σύκα-σύκα καὶ τὴ σκάφη-σκάφη.
Κι ἔτσι ποὺ νὰ χαμογελᾶνε οἱ ἄλλοι καὶ νὰ λένε,
«Τέτοια ποιήματα, σοῦ φτιάχνουμε ἑκατὸ τὴν ὥρα.»
Αὐτὸ θέλουμε κι ἐμεῖς.
Γιατὶ ἐμεῖς δὲν τραγουδᾶμε γιὰ νὰ ξεχωρίσουμε ἀδελφέ μου ἀπ' τὸν κόσμο.
Ἐμεῖς τραγουδᾶμε γιὰ νὰ σμίξουμε τὸν κόσμο.
...ἔχεις ἀκόμη νὰ κλάψεις πολὺ
ὥσπου νὰ μάθεις τὸν κόσμο νὰ γελάει.
Και ΄τέλος, Εμπειρίκος...
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ
Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Υπάρ-
χουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ' αυτήν
την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους.
Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της
ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας
και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν
στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρ-
χόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμέ-
νο δέρας της υπάρξεώς μας.
Καλή εβδομάδα, από αύριο...
Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο
και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι
ενώ φαινόμαστε από σκέτο σύννεφο
και μας λιθοβολούν και μας φωνάζουν αεροβάτες
το πώς περνούμε τις μέρες και τις νύχτες μας
ένας θεός το ξέρει!
Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν
κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες φίλε μου,
όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι σίδερο, με τι πέτρες, τι αίμα ,τι φωτιά
χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδάμε.
Του Οδυσσέα Ελύτη, όπως και το παρακάτω (και τα δύο μου δίνουν κουράγιο κάθε φορά που νομίζω ότι "πολεμάω" μόνη μου για κάτι)
Στα χτήματα βαδίσαμε όλη μέρα
Με τις γυναίκες τους ήλιους τα σκυλιά μας
Παίξαμε τραγουδήσαμε ήπιαμε νερό
Φρέσκο καθώς ξεπήδαγε από τους αιώνες
Το απομεσήμερο για μια στιγμή καθήσαμε
Και κοιταχτήκαμε βαθιά μέσα στα μάτια.
Μια πεταλούδα πέταξε απ΄ τα στήθια μας
Ήτανε πιο λευκή
Απ΄ το μικρό λευκό κλαδί της άκρης των ονείρων μας
Ξέραμε πως δεν ήταν να σβηστεί ποτές
Πως δε θυμότανε καθόλου τι σκουλήκια έσερνε
Το βράδυ ανάψαμε φωτιά
Και τραγουδούσαμε γύρω τριγύρω:
Φωτιά ωραία φωτιά μη λυπηθείς τα κούτσουρα
Φωτιά ωραία φωτιά μη φτάσεις ως τη στάχτη
Φωτιά ωραία φωτιά καίγε μας
λέγε μας τη ζωή.
Εμείς τη λέμε τη ζωή την πιάνουμε απ΄ τα χέρια
Κοιτάζουμε τα μάτια της που μας ξανακοιτάζουν
Κι αν είναι αυτό που μας μεθάει μαγνήτης, το γνωρίζουμε
Κι αν είναι αυτό που μας πονάει κακό, τόχουμε νιώσει
Εμείς τη λέμε τη ζωή, πηγαίνουμε μπροστά
Και χαιρετούμε τα πουλιά της που μισεύουνε.
Είμαστε από καλή γενιά.
Edgar Allan Poe--A dream within a dream (Είμαι πεπεισμένη πως ο τελευταίος στίχος ισχύει)
Take this kiss upon the brow!
And, in parting from you now,
Thus much let me avow-
You are not wrong, who deem
That my days have been a dream;
Yet if hope has flown away
In a night, or in a day,
In a vision, or in none,
Is it therefore the less gone?
All that we see or seem
Is but a dream within a dream.
I stand amid the roar
Of a surf-tormented shore,
And I hold within my hand
Grains of the golden sand-
How few! yet how they creep
Through my fingers to the deep,
While I weep- while I weep!
O God! can I not grasp
Them with a tighter clasp?
O God! can I not save
One from the pitiless wave?
Is all that we see or seem
But a dream within a dream?
Γιάννης Ρίτσος (απόσπασμα από το Καπνισμένο τσουκάλι)
Καὶ νὰ ἀδελφέ μου ποὺ μάθαμε νὰ κουβεντιάζουμε ἥσυχα κι ἁπλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα, δὲν χρειάζονται περισσότερα.
Κι αὔριο λέω θὰ γίνουμε ἀκόμα πιὸ ἁπλοί.
Θὰ βροῦμε αὐτὰ τὰ λόγια ποὺ παίρνουνε τὸ ἴδιο βάρος
σ' ὅλες τὶς καρδιές, σ' ὅλα τὰ χείλη.
Ἔτσι νὰ λέμε πιὰ τὰ σύκα-σύκα καὶ τὴ σκάφη-σκάφη.
Κι ἔτσι ποὺ νὰ χαμογελᾶνε οἱ ἄλλοι καὶ νὰ λένε,
«Τέτοια ποιήματα, σοῦ φτιάχνουμε ἑκατὸ τὴν ὥρα.»
Αὐτὸ θέλουμε κι ἐμεῖς.
Γιατὶ ἐμεῖς δὲν τραγουδᾶμε γιὰ νὰ ξεχωρίσουμε ἀδελφέ μου ἀπ' τὸν κόσμο.
Ἐμεῖς τραγουδᾶμε γιὰ νὰ σμίξουμε τὸν κόσμο.
...ἔχεις ἀκόμη νὰ κλάψεις πολὺ
ὥσπου νὰ μάθεις τὸν κόσμο νὰ γελάει.
Και ΄τέλος, Εμπειρίκος...
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ
Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Υπάρ-
χουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ' αυτήν
την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους.
Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της
ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας
και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν
στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρ-
χόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμέ-
νο δέρας της υπάρξεώς μας.
Καλή εβδομάδα, από αύριο...
22/01/2008
17/01/2008
Ο μονόλογος της μισοξεπακεταρισμένης βαλίτσας
Είμαι η βαλίτσα σου. Μισοξεπακεταρισμένη, μισάνοιχτη, ξαπλωμένη φαρδιά-πλατιά στη μέση του δωματίου σου. Πάνε τώρα δέκα μέρες που γύρισες από διακοπές και δεν με έχεις κουνήσει εκατοστό. Κάποιες φορές με ανοίγεις, ανακατεύεις τα σωθικά μου, παίρνεις κάτι και γρήγορα-γρήγορα με ξανακλείνεις, σα να φοβάσαι μην δραπετεύσουν τα υπάρχοντά σου και οι αναμνήσεις που αυτά κουβαλάνε.
Σε κάποιες φάσεις με πιάνει το υπαρξιακό μου. Βρε λες να είμαι αόρατη; σκέφτομαι. Λες να μην υπάρχω καν; Δεν μπορεί, δέκα μέρες μετά την επιστροφή στη βάση (και χωρίς νέα εξόρμηση στα σκαριά) κάθε φυσιολογικός άνθρωπος θα έπρεπε να με είχε ξεπακετάρει και να με είχε τακτοποιήσει στη δική μου βάση (βλέπε κάτω από το κρεβάτι). Οι υπαρξιακές μου ανησυχίες είναι συνήθως σύντομες, αφού είναι θέμα χρόνου το πότε θα σκοντάψεις και θα βλασφημίσεις (λες κι ότι φταίω εγώ που με έχεις παρατήσει μπροστά στη ντουλάπα σου).
Αφού λοιπόν το πήρα απόφαση πως θα μείνω ξαπλωμένη εδώ για λίγο ακόμα, άρχισα να σε παρατηρώ. Τον περισσότερο καιρό κάνεις σαν να μην υπάρχω. Όταν κάποια στιγμή χρειαστείς κάτι από μένα, με προσεγγίζεις χωρίς καν να με κοιτάς. Έπειτα με ανοίγεις γρήγορα και βίαια και -σχεδόν χωρίς να πάρεις ανάσα- παίρνεις αυτό που χρειάζεσαι. Ύστερα με ξανακλείνεις απότομα και απομακρύνεσαι σχεδόν τρεκλίζοντας.
Δεν καταλαβαίνω αν με φοβάσαι ή αν σου προκαλώ απέχθεια. Είμαι μόνο μια βαλίτσα. Έχουμε ταξιδέψει μαζί παντού. Σε έχω συνοδέψει σε μετακομίσεις, χωριμούς, διακοπές, επανασυνδέσεις, επαγγελματικά ταξίδια, σαββατοκύριακα με φίλες...Όσο και να με παραγέμιζες ποτέ δεν παραπονέθηκα και πάντα έβρισκα χώρο για αυτά που δεν προέβλεπες ότι θα φέρεις μαζί σου. Καινούρια ρούχα, δώρα και αναμνήσεις.
Κι εσύ με κάνεις να νιώθω άχρηστη κάθε φορά που γυρίζουμε. Δε μου δίνεις ούτε τη χαρά ενός αξιοπρεπούς ξεπακεταρίσματος. Και δεν καταλαβαίνεις ότι όσο και αν με ξελαφρώνεις σιγά σιγά από τα ρούχα και τα παπούτσια, ποτέ δε θα φύγω από τη μέση αν δε με ξελαφρώσεις και από τις αναμνήσεις που κουβαλάω. Πρέπει να με ανοίξεις χωρίς να κρατάς την αναπνοή σου. Πάρε βαθιά ανάσα και ξαναζήσε τα ταξίδια σου. Όσο και να αυτό σημαίνει ότι πρέπει να παραδεχτείς ότι τελείωσαν και ότι έχεις γυρίσει στην καθημερινότητα, στη ρουτίνα, στη μοναξιά, σε αυτό που -είτε σ'αρέσει είτε όχι- είναι η πραγματική ζωή σου.
Άνοιξέ με και κοίτα καλά μέσα μου. Άγγιξέ με και θυμήσου. Θυμίσου τους δικούς σου, τις παλιές σου αγάπες, το πατρικό σου σπίτι, τα μέρη που ίσως να μην ξαναδείς ποτέ. Όσο και να κάνεις πως δεν υπάρχουν, το κουτί των αναμνήσεων βρίσκεται κάπου στη μέση του μυαλού σου. Μισοξεπακεταρισμένο και μισάνοιχτο, σαν και την αφεντιά μου. Και είναι αναπόφευκτο ότι θα συνεχίσεις να σκοντάφτεις πάνω του, εκτός αν αποδεχτείς την ύπαρξή του και το τακτοποιήσεις.
Και αν δεν ξέρεις πώς να το κάνεις, αν σου φαίνεται βουνό, ξεκίνα από μένα. Άδειασέ με, θυμίσου τι έχουμε περάσει και βάλε με στη θέση που ανήκω. Κάνε τις αναμνήσεις σου μέρος της ζωής σου, αποδέξου τες και θα δεις ότι αν μπουν στη θέση τους θα πάψουν να σε στοιχειώνουν κάθε μέρα.
Και ίσως έτσι να πάψεις να νιώθεις πια τόσο μόνη.
Σε κάποιες φάσεις με πιάνει το υπαρξιακό μου. Βρε λες να είμαι αόρατη; σκέφτομαι. Λες να μην υπάρχω καν; Δεν μπορεί, δέκα μέρες μετά την επιστροφή στη βάση (και χωρίς νέα εξόρμηση στα σκαριά) κάθε φυσιολογικός άνθρωπος θα έπρεπε να με είχε ξεπακετάρει και να με είχε τακτοποιήσει στη δική μου βάση (βλέπε κάτω από το κρεβάτι). Οι υπαρξιακές μου ανησυχίες είναι συνήθως σύντομες, αφού είναι θέμα χρόνου το πότε θα σκοντάψεις και θα βλασφημίσεις (λες κι ότι φταίω εγώ που με έχεις παρατήσει μπροστά στη ντουλάπα σου).
Αφού λοιπόν το πήρα απόφαση πως θα μείνω ξαπλωμένη εδώ για λίγο ακόμα, άρχισα να σε παρατηρώ. Τον περισσότερο καιρό κάνεις σαν να μην υπάρχω. Όταν κάποια στιγμή χρειαστείς κάτι από μένα, με προσεγγίζεις χωρίς καν να με κοιτάς. Έπειτα με ανοίγεις γρήγορα και βίαια και -σχεδόν χωρίς να πάρεις ανάσα- παίρνεις αυτό που χρειάζεσαι. Ύστερα με ξανακλείνεις απότομα και απομακρύνεσαι σχεδόν τρεκλίζοντας.
Δεν καταλαβαίνω αν με φοβάσαι ή αν σου προκαλώ απέχθεια. Είμαι μόνο μια βαλίτσα. Έχουμε ταξιδέψει μαζί παντού. Σε έχω συνοδέψει σε μετακομίσεις, χωριμούς, διακοπές, επανασυνδέσεις, επαγγελματικά ταξίδια, σαββατοκύριακα με φίλες...Όσο και να με παραγέμιζες ποτέ δεν παραπονέθηκα και πάντα έβρισκα χώρο για αυτά που δεν προέβλεπες ότι θα φέρεις μαζί σου. Καινούρια ρούχα, δώρα και αναμνήσεις.
Κι εσύ με κάνεις να νιώθω άχρηστη κάθε φορά που γυρίζουμε. Δε μου δίνεις ούτε τη χαρά ενός αξιοπρεπούς ξεπακεταρίσματος. Και δεν καταλαβαίνεις ότι όσο και αν με ξελαφρώνεις σιγά σιγά από τα ρούχα και τα παπούτσια, ποτέ δε θα φύγω από τη μέση αν δε με ξελαφρώσεις και από τις αναμνήσεις που κουβαλάω. Πρέπει να με ανοίξεις χωρίς να κρατάς την αναπνοή σου. Πάρε βαθιά ανάσα και ξαναζήσε τα ταξίδια σου. Όσο και να αυτό σημαίνει ότι πρέπει να παραδεχτείς ότι τελείωσαν και ότι έχεις γυρίσει στην καθημερινότητα, στη ρουτίνα, στη μοναξιά, σε αυτό που -είτε σ'αρέσει είτε όχι- είναι η πραγματική ζωή σου.
Άνοιξέ με και κοίτα καλά μέσα μου. Άγγιξέ με και θυμήσου. Θυμίσου τους δικούς σου, τις παλιές σου αγάπες, το πατρικό σου σπίτι, τα μέρη που ίσως να μην ξαναδείς ποτέ. Όσο και να κάνεις πως δεν υπάρχουν, το κουτί των αναμνήσεων βρίσκεται κάπου στη μέση του μυαλού σου. Μισοξεπακεταρισμένο και μισάνοιχτο, σαν και την αφεντιά μου. Και είναι αναπόφευκτο ότι θα συνεχίσεις να σκοντάφτεις πάνω του, εκτός αν αποδεχτείς την ύπαρξή του και το τακτοποιήσεις.
Και αν δεν ξέρεις πώς να το κάνεις, αν σου φαίνεται βουνό, ξεκίνα από μένα. Άδειασέ με, θυμίσου τι έχουμε περάσει και βάλε με στη θέση που ανήκω. Κάνε τις αναμνήσεις σου μέρος της ζωής σου, αποδέξου τες και θα δεις ότι αν μπουν στη θέση τους θα πάψουν να σε στοιχειώνουν κάθε μέρα.
Και ίσως έτσι να πάψεις να νιώθεις πια τόσο μόνη.
15/01/2008
δείτε το!
Από τα πολύ αγαπημένα μου τραγούδια! Και αν αυτό δε σας πείθει για να το δείτε, να σας πω ότι η πρωταγωνίστρια πλάτη...μου ανήκει! :Ρ
http://www.youtube.com/watch?v=O6R4LD-NJtM
http://www.youtube.com/watch?v=O6R4LD-NJtM
03/12/2007
Ο μονόλογος της λερωμένης μοκέτας
Είμαι η μοκέτα του σαλονιού σου. Ποτέ δε σου άρεσα, το ξέρω. Ήταν μάλλον γιατί δε με διάλεξες, σου έλαχα. Ήρθα πακέτο με το διαμέρισμα που νοίκιασες και δεν μπορούσες να με ξεφορτωθείς χωρίς την άδεια του ιδιοκτήτη (εκτός αν ήθελες να αναλάβεις τα έξοδα αντικατάστασης. Που δεν ήθελες). Είμαι κολλημένη στο πάτωμα και δεν έχω λόγο στο ποιος θα με πατήσει. Και με έχουν πατήσει πολλοί. Ανήκω βλέπεις σε ένα διαμέρισμα που πολλοί το έχουν κάνει προσωρινή κατοικία τους, αλλά κανένας σπίτι. Ποιος αντέχει να ζήσει για πολύ σε 20 τετραγωνικά χωρίς θέρμανση; Κανέναν δεν κατηγορώ που δεν έμεινε. Ούτε κανένας τους μου λείπει.
Ενώ λοιπόν δε σου άρεσα, βρεθήκαμε να συγκατοικούμε. Τα πηγαίναμε καλά, με καθάριζες εβδομαδιαία με την ηλεκτρική σκούπα και τέλος πάντων διατηρούσαμε μια αξιοπρεπή σχέση. Μέχρι που ένα βράδυ με λέρωσες. Δεν ήταν ένα βράδυ σαν όλα τα άλλα. Ήταν το βράδυ που γύρισες σπίτι με τον Μιχάλη. Τον Μιχάλη δεν τον είχα ξαναδεί, τον είχα ακουστά όμως, από κάτι ψυθιριστά τηλεφωνήματα. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί του μιλούσες ψιθιριστά. Μόνη σου ήσουν στο σπίτι κάθε φορά που του μιλούσες. Εκτός από μία φορά που ήταν ο Δήμος εκεί. Τότε το έκλεισες το τηλέφωνο και είπες στο Δήμο ότι στο έκλεισαν εσένα. Δεν ξέρω αν το πρόσεξε ο Δήμος, αλλά κοκκίνησες όταν το έλεγες αυτό. Εγώ φυσικά το πρόσεξα.
Α ναι, ο Δήμος. Παρόν στη ζωή σου τους τελευταίους μήνες. Σαν κι εμένα ένα πράγμα. Κι αυτός σου 'λαχε, κατά μία έννοια. Είχες κουραστεί να είσαι μόνη σου, σ'αυτή τη μεγάλη πόλη. Ήθελες μια συντροφιά, αλλά ποτέ δεν ήσουν ιδιαίτερα δημοφιλής. Ο Δήμος έδειξε ενδιαφέρον, γιατί όχι; Ήταν μια αξιοπρέπής επιλογή. Μέχρι να προχωρήσεις πιο πέρα, τουλάχιστον. Παράπονο δεν είχες, καλά περνούσατε. Όλα τα χατήρια σου έκανε, σ'ερωτεύτηκε, βλέπεις. Κι εσύ τον πατούσες, όπως πατάς εμένα. Όχι επειδή είσαι κακός άνθρωπος, αλλά επειδή δεν είσαι συνηθισμένη να κοιτάς κάτω.
Τέλος πάντων, επιστρέφω στη νύχτα που με λέρωσες. Λοιπόν...Ο Μιχάλης είναι ήδη στο σπίτι σου, θέλει λέει να του δανείσεις το βιβλίο που του ΄λεγες. Άρχισε να ξεφυλλίζει το βιβλίο. Να βάλω μουσική Μιχάλη μου, ρωτάς τάχα αδιάφορα. Βεβαίως λέει αυτός και στρογγυλοκάθεται στο πάτωμα. (Από έπιπλα μόνο το κρεβάτι, ένα τραπέζι και μία καρέκλα στα 20 τετραγωνικά, τι να έκανε ο έρμος). Πετάγεσαι εσύ στο μπάνιο, ψεκάζεσαι με λίγο άρωμα και κοιτιέσαι καλά καλά στον καθρέφτη. (Σε είδα, ξεχνάς ότι η πόρτα του μπάνιου σου ποτέ δεν έκλεινε καλά; Και ναι, και ό Μιχάλης σε είδε. Του χάρισες ένα χαμόγελο ικανοποίησης).
Δε θα προχωρήσω σε λεπτομέρειες για το τι ακολούθησε. Λίγο-πολύ όλοι έχουμε δει κάτι ανάλογο σε ταινίες. Άραγε θα ξέραμε τι να κάνουμε χωρίς αυτές; Το ένα έφερε το άλλο λοιπόν και τσουπ: Δίνεις μία με το πόδι σου στο ποτήρι με το κρασί (είχε αυτοσερβιριστεί ο Μιχάλης όσο ήσουν στο μπάνιο. Εσύ, κυρία! Του είπες ότι δεν πίνεις). Έτσι λούστηκα εγώ με κρασί κόκκινο φτηνιάρικο. Ώσπου να στεγνώσω είχε φύγει ο Μιχάλης κι εσύ ήσουν σε μια γωνιά και έκλαιγες.
Την άλλη μέρα το πρωί σου τηλεφώνησε ο Δήμος. Και καθώς του μιλούσες πρόσεξες τον λεκέ πάνω μου. Βρήκες μια δικαιολογία για να του το κλείσεις γρήγορα και έπεσες στα γόνατα προσπαθώντας να με καθαρίσεις. Και δώστου το κλάμα. Δεν καθαρίζουν με δάκρυα το κρασί, σου φώναζα, αλλά πού να με ακούσεις. Το βράδυ που γύρισες σπίτι, έφερες ένα κακάσχημο πράσινο χαλάκι (ήταν σε προσφορά) και το έστρωσες επάνω μου.
Τον Δήμο δεν τον ξαναείδες. Ήθελες και ήθελε. Αλλά αποφάσισες να τιμωρήσεις τον εαυτό σου και να μην κάνεις αυτό που σε έκανε να νιώθεις πιο γυναίκα. Πώς να δικαιολογήσεις στον εαυτό σου παραπάνω από μία μέρα ευτυχίας; Ο Μιχάλης ποτέ δεν έμαθε τι έγινε εκείνη τη νύχτα. Όταν σε ρώτησε για το καινούριο σου απόκτημα του είπες ότι ποτέ δε σου άρεσα και πως επιτέλους βρήκες τον τρόπο να μη με βλέπεις. Πρόσεξε όμως ότι από τότε ήσουν πιο γλυκειά μαζί του, σαν να τον υπολόγιζες παραπάνω, σαν τα μάτια σου ξαφνικά να κατέβηκαν στο ύψος του.
Από εκείνη τη μέρα δεν ανασήκωσες το πράσινο χαλί ούτε μία φορά. Δεν ξαναείδες τον λεκέ. Κάθε φορά όμως που βλέπεις το χαλί, ξέρεις τι σκεπάζει. Ξέρεις ότι -όπως κι εμένα- ούτε αυτό το χαλί ουσιαστικά το διάλεξες. Και όσο και να θέλεις να το ξεχάσεις εγώ θα είμαι πάντα από κάτω και θα έχω πάντα τον λεκέ: σουβενίρ της μόνης νύχτας που έκανες αυτό που ήθελες, της νύχτας που σε τρόμαξε ο ίδιος σου ο ευατός. Και αν τώρα πατάς το νέο χαλί, από κάτω και πάλι εμένα ουσιαστικά πατάς. Τουλάχιστον πιο πριν το έκανες χωρίς προσχήματα και χωρίς δικαιολογίες. Τουλάχιστον πριν μου έδινες την άδεια να είμαι το χαλί σου.
Ενώ λοιπόν δε σου άρεσα, βρεθήκαμε να συγκατοικούμε. Τα πηγαίναμε καλά, με καθάριζες εβδομαδιαία με την ηλεκτρική σκούπα και τέλος πάντων διατηρούσαμε μια αξιοπρεπή σχέση. Μέχρι που ένα βράδυ με λέρωσες. Δεν ήταν ένα βράδυ σαν όλα τα άλλα. Ήταν το βράδυ που γύρισες σπίτι με τον Μιχάλη. Τον Μιχάλη δεν τον είχα ξαναδεί, τον είχα ακουστά όμως, από κάτι ψυθιριστά τηλεφωνήματα. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί του μιλούσες ψιθιριστά. Μόνη σου ήσουν στο σπίτι κάθε φορά που του μιλούσες. Εκτός από μία φορά που ήταν ο Δήμος εκεί. Τότε το έκλεισες το τηλέφωνο και είπες στο Δήμο ότι στο έκλεισαν εσένα. Δεν ξέρω αν το πρόσεξε ο Δήμος, αλλά κοκκίνησες όταν το έλεγες αυτό. Εγώ φυσικά το πρόσεξα.
Α ναι, ο Δήμος. Παρόν στη ζωή σου τους τελευταίους μήνες. Σαν κι εμένα ένα πράγμα. Κι αυτός σου 'λαχε, κατά μία έννοια. Είχες κουραστεί να είσαι μόνη σου, σ'αυτή τη μεγάλη πόλη. Ήθελες μια συντροφιά, αλλά ποτέ δεν ήσουν ιδιαίτερα δημοφιλής. Ο Δήμος έδειξε ενδιαφέρον, γιατί όχι; Ήταν μια αξιοπρέπής επιλογή. Μέχρι να προχωρήσεις πιο πέρα, τουλάχιστον. Παράπονο δεν είχες, καλά περνούσατε. Όλα τα χατήρια σου έκανε, σ'ερωτεύτηκε, βλέπεις. Κι εσύ τον πατούσες, όπως πατάς εμένα. Όχι επειδή είσαι κακός άνθρωπος, αλλά επειδή δεν είσαι συνηθισμένη να κοιτάς κάτω.
Τέλος πάντων, επιστρέφω στη νύχτα που με λέρωσες. Λοιπόν...Ο Μιχάλης είναι ήδη στο σπίτι σου, θέλει λέει να του δανείσεις το βιβλίο που του ΄λεγες. Άρχισε να ξεφυλλίζει το βιβλίο. Να βάλω μουσική Μιχάλη μου, ρωτάς τάχα αδιάφορα. Βεβαίως λέει αυτός και στρογγυλοκάθεται στο πάτωμα. (Από έπιπλα μόνο το κρεβάτι, ένα τραπέζι και μία καρέκλα στα 20 τετραγωνικά, τι να έκανε ο έρμος). Πετάγεσαι εσύ στο μπάνιο, ψεκάζεσαι με λίγο άρωμα και κοιτιέσαι καλά καλά στον καθρέφτη. (Σε είδα, ξεχνάς ότι η πόρτα του μπάνιου σου ποτέ δεν έκλεινε καλά; Και ναι, και ό Μιχάλης σε είδε. Του χάρισες ένα χαμόγελο ικανοποίησης).
Δε θα προχωρήσω σε λεπτομέρειες για το τι ακολούθησε. Λίγο-πολύ όλοι έχουμε δει κάτι ανάλογο σε ταινίες. Άραγε θα ξέραμε τι να κάνουμε χωρίς αυτές; Το ένα έφερε το άλλο λοιπόν και τσουπ: Δίνεις μία με το πόδι σου στο ποτήρι με το κρασί (είχε αυτοσερβιριστεί ο Μιχάλης όσο ήσουν στο μπάνιο. Εσύ, κυρία! Του είπες ότι δεν πίνεις). Έτσι λούστηκα εγώ με κρασί κόκκινο φτηνιάρικο. Ώσπου να στεγνώσω είχε φύγει ο Μιχάλης κι εσύ ήσουν σε μια γωνιά και έκλαιγες.
Την άλλη μέρα το πρωί σου τηλεφώνησε ο Δήμος. Και καθώς του μιλούσες πρόσεξες τον λεκέ πάνω μου. Βρήκες μια δικαιολογία για να του το κλείσεις γρήγορα και έπεσες στα γόνατα προσπαθώντας να με καθαρίσεις. Και δώστου το κλάμα. Δεν καθαρίζουν με δάκρυα το κρασί, σου φώναζα, αλλά πού να με ακούσεις. Το βράδυ που γύρισες σπίτι, έφερες ένα κακάσχημο πράσινο χαλάκι (ήταν σε προσφορά) και το έστρωσες επάνω μου.
Τον Δήμο δεν τον ξαναείδες. Ήθελες και ήθελε. Αλλά αποφάσισες να τιμωρήσεις τον εαυτό σου και να μην κάνεις αυτό που σε έκανε να νιώθεις πιο γυναίκα. Πώς να δικαιολογήσεις στον εαυτό σου παραπάνω από μία μέρα ευτυχίας; Ο Μιχάλης ποτέ δεν έμαθε τι έγινε εκείνη τη νύχτα. Όταν σε ρώτησε για το καινούριο σου απόκτημα του είπες ότι ποτέ δε σου άρεσα και πως επιτέλους βρήκες τον τρόπο να μη με βλέπεις. Πρόσεξε όμως ότι από τότε ήσουν πιο γλυκειά μαζί του, σαν να τον υπολόγιζες παραπάνω, σαν τα μάτια σου ξαφνικά να κατέβηκαν στο ύψος του.
Από εκείνη τη μέρα δεν ανασήκωσες το πράσινο χαλί ούτε μία φορά. Δεν ξαναείδες τον λεκέ. Κάθε φορά όμως που βλέπεις το χαλί, ξέρεις τι σκεπάζει. Ξέρεις ότι -όπως κι εμένα- ούτε αυτό το χαλί ουσιαστικά το διάλεξες. Και όσο και να θέλεις να το ξεχάσεις εγώ θα είμαι πάντα από κάτω και θα έχω πάντα τον λεκέ: σουβενίρ της μόνης νύχτας που έκανες αυτό που ήθελες, της νύχτας που σε τρόμαξε ο ίδιος σου ο ευατός. Και αν τώρα πατάς το νέο χαλί, από κάτω και πάλι εμένα ουσιαστικά πατάς. Τουλάχιστον πιο πριν το έκανες χωρίς προσχήματα και χωρίς δικαιολογίες. Τουλάχιστον πριν μου έδινες την άδεια να είμαι το χαλί σου.
Subscribe to:
Posts (Atom)
